Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

ΖΗΛΕΨΑ! ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΚΙ ΕΓΩ ΠΕΡΙ ΟΜΟΡΦΑΝΤΡΑ, ΡΕ ΜΕΓΑΛΕ...

Η δημοσιογράφος αδελφή μου αποφάσισε να δημοσιεύσει στο protagon.gr τις απόψεις της για τον «ομορφάντρα». Το άρθρο της πυροδότησε πολλά σχόλια. Στην αρχή, διασκέδαζα να τα παρακολουθώ.


Να διευκρινίσω εξαρχής, ότι στον ομορφάντρα βλέπω...
...μία ξεστρατισμένη διαφήμιση. Σε καμία περίπτωση, δεν θα την έλεγα κακή ή χυδαία, όπως τις περισσότερες του Jumbo, αλλά η εικόνα του στερεότυπου που υιοθετεί ξεπερνάει το προϊόν, το εξοστρακίζει σε δεύτερη μοίρα. Το ίδιο και ο «αγαπούλας». Δεν ταυτίζονται μαζί του, δεν σε οδηγούν σ’ αυτό. Χρειάστηκε να τις ξαναδώ για να θυμηθώ τι διαφήμιζαν. Και δεν υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσω να το θυμάμαι. Κανένας προφανής ή έμμεσος συνειρμός. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών κερδίζουν τις εντυπώσεις, σαν ένα σπονσοραρισμένο πετυχημένο σκετσάκι μίας επιθεώρησης, όχι όμως ως διαφημιστικό μήνυμα. Το αν έχω δίκιο ή όχι, το ξέρουν οι πελάτες, για λογαριασμό των οποίων παρήχθησαν. Οι υπόλοιποι, δεν νομίζω ότι θα το μάθουμε ποτέ.


Να ξεκαθαρίσω επίσης, ότι η τελετουργία γήπεδο – βρώμικο, ομού και κεχωρισμένως, μου είναι παντελώς αδιάφορη. Με τις ομάδες γενικότερα ο αρραβώνας μας εξαντλήθηκε στα χρόνια του Γκάλη, διεκόπη τόσο αποτόμως, όσο κεραυνοβόλως επήλθε και ούτε μου έλειψαν, ούτε τους έλειψα. Ειδικά, με το ποδόσφαιρο έχω εξ’ απαλών ονύχων αποφασίσει ότι δεν έχω ούτε καλημέρα. Δεν με συγκινεί καθόλου. Εξ’ ου, όχι μόνο δεν καταλαβαίνω το κόλλημα μαζί του, αλλά το φαινόμενο με απωθεί. Με εκνευρίζει που όλοι, μόλις γνωρίσουν τον τετράχρονο γιο μου, τον ρωτάνε τι ομάδα είναι. Και γιατί πρέπει ένα νήπιο να έχει κάνει μία επιλογή ένταξης; Και με ποιο δικαίωμα του το φυτεύουν στο μυαλό του; Με εντυπωσιάζει που ακόμη και άνθρωποι, οι οποίοι κατά τα άλλα εξανίστανται εναντίον των προσκολλήσεων σε κάθε είδους Βουλγάτες, που βλέπουν παπάδες και φτύνουν στον κόρφο τους δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να φορέσουν μία σφραγίδα στο μέτωπό τους. Με γεια τους, με χαρά τους, δεν τους καταλαβαίνω, δεν με καταλαβαίνουν και δεν καίγομαι και να τους καταλάβω. Όσο για τα βρώμικα, μολονότι παμφάγος, δεν τα προτιμώ. De gustibus non est disputandum!


Κι όμως, στην περίπτωση του άρθρου της Χριστίνας, η απλή αλήθεια του περί ορέξεως, κολοκυθόπιτα ηττήθηκε. Στην προσέγγισή της, οι υποκειμενικές αισθητικές επιλογές της για το φαινόμενο αναμειγνύονται με τη συναισθηματική φόρτιση που για τους δικούς της λόγους, όπως κάθε άλλος Έλληνας τρέφει για τον τόπο μας, τα τελευταία χρόνια. Δικαίωμα της! Και το πρόταγμα της αισθητικής είναι μία στάση ζωής. Άλλωστε, εξομολόγηση έκανε. Αν επρόκειτο για ιδεολογικό μανιφέστο, το γεγονός αυτό θα ήταν η μεθοδολογική αδυναμία του, αλλά δεν ήταν τέτοιο. Αίφνης, από αυτήν την παράδοξη οπτική, ξένη και προκλητική προς τα εσκαμμένα των τελευταίων χρόνων, το άρθρο άντλησε την αναπάντεχη αναγνωσιμότητά του και τον υπέρμετρο σχολιασμό του. Μέχρι την ώρα που ξεκινούσα αυτές τις γραμμές, η σελίδα είχε περίπου 85.000 μοναδικές επισκέψεις, κόντευε τα 600 σχόλια και ήταν η πιο διαβασμένη του site, τους τελευταίους 12 μήνες.



Με διασκέδαζαν λοιπόν οι αντιδράσεις, μέχρι που στο timeline μου στο twitter, νάσου το αθώο τιτίβισμα:
-Γιατί αυτά δεν τα έγραφε όταν ο αδελφός της ήταν αντιδήμαρχος του Παπαγεωργόπουλου;


Δεν έχει σημασία να σχολιάσω το ίδιο το ερώτημα. Ποιος θα πιστέψει όσα ισχυριστώ για το εάν σε ό,τι αποφασίσαμε ή κάναμε ο καθένας στη ζωή του υπήρξαν σημεία τομής ή προσυνεννόησης ή εκατέρωθεν υπολογισμών; Όσοι μας γνωρίζουν, έχουν άποψη. Απλώς, το συγκεκριμένο tweet με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο δίκιο έχει η Χριστίνα ότι η σημερινή Ελλάδα είναι τα γηπεδικά πρότυπα και το μυστικό του ομορφάντρα.
Θέλεις να δηλώσεις την αντίθεσή σου στην αντίπαλη ομάδα; Γ@μιέτ@ι η μάννα του προπονητή, του αρχηγού, του τερματοφύλακα, δεν ξέρω ποιου ή ποιων.
Θέλεις το χτύπημα να είναι πιο δυνατό; Ο ομορφάντρας σου δίνει τη λύση:
-Τι βάζεις;
-Τη μάννα μου και τον πατέρα μου (και φυσικά, πρώτα τη δική μου μάννα και το δικό μου πατέρα, προσθέτω εγώ), μεγάλε (άλλη άθλια λέξη κι αυτή).


Ο ομορφάντρας του twitter έρχεται και προσθέτει μία μεγάλη δόση απ’ όλα: Η Ταχιάου σιωπούσε όταν είχε κονέ (επίσης, ομορφολέξη) με την εξουσία και το παιχνίδι το έκανε ο αδελφός της που ήταν αντιδήμαρχος και μάλιστα του Παπαγεωργόπουλου (ξέρετε, του Παπαγεωργόπουλου), δηλαδή ελέφαντας. Βεβαίως, όταν πηγαίνεις συνειδητά για να φας βρώμικα δεν σε νοιάζει εάν πρόκειται για μοσχάρι ή για ελέφαντα, έτσι κι αλλιώς η γεύση δεν σε απασχολεί και θα πάθεις διάρροια. Οι άλλοι, όμως, που μυρίζουν το χνώτο σου ή τα αέριά σου σε τι έχουν φταίξει;


Έλα όμως, που στην περίπτωσή σου, ο ομορφάντρας του twitter είναι δύο ανώνυμα γυναικεία μάτια που όταν τα κράζεις, σου λένε:
- Μπορεί αυτό που έγραψα να έχει σχέση ή να μην έχει σχέση με το θέμα, αλλά εγώ απορρίπτω το πολιτικό σύστημα που μας έφερε ως εδώ κι εσείς είστε κομμάτι του συστήματος.
Δηλαδή, συζήτηση πιάσε τ’ αυγό και κούρευ’ το.


Και όχι μόνο αυτό. Είμαι εκ προοιμίου εκτεθειμένος στη χλεύη της αρένας, δηλαδή των followers. Ο ομορφάντρας –ομορφονιά, στην προκειμένη- ανταποκρίνεται σε όλα τα χαρακτηριστικά του στερεότυπου της διαφήμισης: Ξέρει ποιο ύφος να υιοθετήσει για την περίσταση –το ομολογώ-, τολμηρή, ευφυής, κυρίως όμως εκτός συστήματος. Που να τα βάλει το σύστημα μαζί της; Κερδίζει τη συμπάθεια, με το καλημέρα. Και διατηρεί εξ’ ορισμού το δικαίωμα να αισθάνεται σαν γκουρού των απανταχού αγανακτισμένων, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας κουκουλοφόρος γκουερίλα του διαδικτύου.


Αυτό για μένα είναι και το πραγματικό πρόβλημα που αναδεικνύει ο χαρακτήρας, που για την οικονομία της όποιας συζήτησης ονομάστηκε ομορφάντρας. Αν ο διαφημιστής είχε βάλει μία φιγούρα ενός ξυρισμένου, ευσταλούς νέου, ακόμη και το κανονικό physique του ηθοποιού που τον υπεδύετο, σε ένα καθαρό, περιποιημένο μαγαζί, που θα του ζητούσες σαλάμι αέρος και θα σου έβαζε prosciutto, κόβω τις φλέβες μου ότι αυτή θα περνούσε απαρατήρητη. Ο ομορφάντρας έπρεπε να είναι κοντός, ψιλοκαμπούρης, βλογιοκομμένος, αξύριστος, βασανισμένη φυσιογνωμία, με απλά λόγια ο απόκληρος, ο εκτός συστήματος, αυτός που συγκεντρώνει τη συμπάθεια που του παρέχει και την ασυλία της ψευτομαγκιάς, του ενικού, της απρόκλητης οικειότητας που φτάνει μέχρι και στο δικαίωμα να σε ρωτάει ακόμα και για τα γκομενικά σου. Με αυτό το στερεότυπο θέλησε να παίξει η διαφήμιση, αυτό βρίσκω παντού γύρω μου, αυτό κρίνω. Το κλειδί δεν είναι το αμφιλεγόμενο χιούμορ του χαρακτήρα, που άλλωστε δεν υφίσταται, είναι ο αέρας του απόκληρου που αναδύει.


Σ’ όλη μου τη ζωή χρειάστηκε να έχω πάρε-δώσε με τέτοιους στερεοτυπικούς ομορφάντρες, όπως αυτός που έλαχε να ενσαρκώσει ο εξαιρετικός, γλυκύτατος και συμπαθέστατος Μαυροματάκης, ο οποίος παρεμπιπτόντως στα μάτια μου απέκτησε και μυθικά χαρακτηριστικά, από την ώρα που διάβασα ότι είναι και απόφοιτος του Πολυτεχνείου. Και για να γίνω σαφέστατος, δεν θα μπορούσα να κάνω και αλλιώς. Αυτή είναι η πραγματική Ελλάδα κι εάν θέλετε, το πιστεύετε. Και αυτή η συνιστώσα, των «εκτός συστήματος», ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο που βρήκα.


Αρχετυπικές φιγούρες του ομορφάντρα ξέρω πολλές. Με ονόματα και διευθύνσεις. Θέλετε κουλουρτζή; Θέλετε περιπτερά; Θέλετε πωλητή σε λαϊκές; Master chef βρώμικων δεν ξέρω, γιατί απλούστατα, πλην καντινών, δεν υπήρχε κανένας, ούτε ένας, με επίφαση νομιμότητας. Α, θυμάμαι καντίνα δημοφιλέστατη, τη Μαμα-κάτι που η δημοφιλία της τής προσέδωσε για ικανό χρόνο την ασυλία, ώστε να στήσει τσαντίρι διαμαρτυρίας στο Λευκό Πύργο, όταν ζητήθηκε η μετακίνησή της, μέχρι που κάποιος αστυνομικός διευθυντής αποφάσισε να σοβαρευτεί.


Τώρα που το γράφω, θυμάμαι και μία άλλη καντίνα που είχε καταλάβει ένα δημοτικό οικόπεδο κι όταν έστειλα τον δικαστικό επιμελητή να την αποβάλει, μου την έπεσαν όλοι γιατί ο εκεί ομορφάντρας, εκτός του ότι έκανε τα καλύτερα σάντουιτς, ήταν ανάπηρος -πραγματικά-, καημένος, με παιδιά, βιοπαλαιστής, δεξιός, δεν θυμάμαι τι άλλο… Ο κακομοίρης αυτός όμως, είχε προλάβει να ασκήσει διεκδικητική αγωγή κατά του δήμου και είχε και τους παράδες για να το κάνει. Ευτυχώς, ο δικαστής ήταν τόσο δίκαιος, όσο κι εγώ στραβόξυλο.


Ο Σπύρος –ψευδώνυμο- πάλι ήταν κουλουρτζής σε κεντρικό δρόμο. Δημιουργικός, δουλευταράς, ευγενέστατος! Ψηλός, καθαρός και ξυρισμένος, ωραία φάτσα. Αυτός έβαζε και nutella και βανίλια και τον πατέρα του, ακόμη, όχι και τη μάνα του. Τη φουκαριάρα τη μάνα του την είχε εκεί, δίπλα να κρατάει μαζί του το μαγαζί. Με νοικιασμένο γραφείο διοίκησης πάνω από το καροτσάκι, μπαλαντέζα με φως, τηλέφωνο, να κατεβαίνουν τρεις ορόφους κάτω. Έφριτταν τα καταστήματα που πλήρωναν εκατομμύρια για το ίδιο location και τον είχαν φάτσα-κάρτα.
- Μάζεψε, Σπύρο τα συμπράγκαλά σου, φωνάζουν όλοι.
- Έλα, αντιδήμαρχε, δεν βλέπεις τη μανούλα μου που ξημεροβραδιάζεται στο πεζοδρόμιο (στο φως μου, έτσι ακριβώς);
Να τόλεγε μόνο αυτός, μαζί του, χορωδία ολόκληρη. Ούτε καν οι διαμαρτυρόμενοι μαγαζάτορες δεν τολμούσαν να πουν το αντίθετο, φωναχτά. Την μία, τον περιόριζε η δημοτική αστυνομία, την άλλη, πάλι τα ίδια. Ο καλύτερος πελάτης του δημοτικού συμβουλίου.
- Έλα, μωρέ, κακομοίρης είναι, να τον βοηθήσουμε λίγο.
Να μη σώσει να πάω βήμα, τα βράδια, ο Σπύρος, ντυμένος στην τρίχα, τζόβενος και καμάκι, αγνώριστος στο γειτονικό δημοφιλέστατο café να κερνάει ποτά. Άλλος Σπύρος!


Ο Μάκης, ο περιπτεράς; Εκείνος είχε πιο ψαγμένο μότο:
- Με κυνηγάει ο χρυσοχόος, από πίσω. Μαζί του, είσαι;


Σας λέω, ότι τις περισσότερες φορές δεν έβγαζα άκρη. Εδώ, κόντεψα να την πατήσω με τους λαϊκατζήδες της Ροτόντας, που κατακρεουργούσαν το σημαντικότερο μνημείο της πόλης κι όταν ήρθε η ώρα να πάρουν την άγουσα, μετά από κλεφτοπόλεμο με τον πανελληνίως αναδειχθέντα ως προστάτη των απανταχού κατατρεγμένων εποχιακό συνεργάτη του Αυτιά, εμφανίστηκαν κάτοικοι από τους ίδιους που ζητούσαν την απομάκρυνσή τους να μου πουν:
- Καημένοι είναι.


Τα ίδια με τους ιδιοκτήτες των μπαρ. Που να συμμαζέψεις μανιτάρια γκαζιού, τέντες και τραπεζοκαθίσματα;
-Καλά παιδιά, μωρέ! Νέοι είναι, δημιουργικοί! Δεν θα κάνουμε την πόλη μαυσωλείο.


Τόχω απωθημένο, να τα γράψω αυτά, γιατί με όλα αυτά αποφάσισα, το 2006, ότι με το δήμο ξεμπέρδεψα. Στο λόγο της προσκοπικής μου τιμής! Μου την έδινε που είχα τη σφραγίδα –το νόμο , δηλαδή- και δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα με τους ομορφάντρες. Τα κατάφερνα μία χαρά, ασχολίαστα και αναίμακτα με τους μεγαλοεργολάβους και τους «διαπλεκόμενους», αλλά στους ομορφάντρες έσπαζα τα μούτρα μου. Και μου την έσπαζε ακόμη περισσότερο, που για να ξαναεκλεγώ θα έπρεπε να παριστάνω κι εγώ τον ομορφάντρα. Δεν είχα καμία όρεξη να παίξω αυτό το παιχνίδι. Είχα ήδη κοντέψει να την πατήσω, το 2002, που δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι το γιάπικο στυλάκι, στο οποίο είχα εκπαιδεύσει τον εαυτό μου και σε όλα τα nineties μούδινε πρώτη- δεύτερη θέση εκλογής είχε πεθάνει. Είχαν ήδη επικρατήσει οι ομορφάντρες.


Για να είμαι τίμιος, πάντα υπήρχαν. Θυμάμαι, στα τέλη του ’80, ανυποψίαστος νεαρός δημοτικός σύμβουλος μείωσα στο μέγιστο επιτρεπτό το πρόστιμο ενός ομορφάντρα της εποχής –λίγο μεστωμένου, είναι αλήθεια-, για τον οποίον στη συνέχεια έμαθα ότι ήταν ένας από τους πιο εύπορους ιδιοκτήτες μεταφορικών εταιριών της Θεσσαλονίκης. Τον είχα λυπηθεί, ο αφελής! Αλλά, τότε, επρόκειτο για καρικατούρες, όπως αυτές που συναντάμε στις ελληνικές ταινίες. Σήμερα, μιλάμε για κίνημα, για ιδεολογία.


Και για να μην φαίνομαι γραφικός, οι ομορφάντρες του πεζοδρομίου είναι η παρωνυχίδα του προβλήματος. Το στερεότυπο του ομορφάντρα που περιγράφω εγώ, αυτό που υιοθετεί ο διαφημιστής, υπάρχει παντού. Δεν εξαντλείται στα βρώμικα, στις λαϊκές, στα περίπτερα. Είναι παντού! Στο δημόσιο, στα μαγαζιά, στη διασκέδαση, στο θέαμα, στα δημόσια έργα, στην πολιτική. Ο έλα, μωρέ, κακομοίρης είναι, μπράβο του γι’ αυτό που κάνει, άστον. Αυτός για τον οποίον οι νόμοι γίνονται λάστιχο και το κράτος συγχωρεί. Αν δεν είστε ένας από αυτούς, κυκλοφορείτε απλώς ανάμεσά τους, να το ξέρετε. Δεν είναι αυτοί που κυκλοφορούν ανάμεσά μας.


Στην Ελλάδα, τρεις τρόποι υπάρχουν να κάνεις σίγουρα τη δουλειά σου:
Ο πρώτος, να είσαι επώνυμος. Η επιτυχία δεν είναι βέβαιη. Πάντα περιμένουν κάτι παραπάνω από σένα, άσε που μπορεί να σου έχουν και απωθημένα.
Ο δεύτερος, να λαδώνεις. Δεν είναι τόσο εύκολος, όσο ακούγεται. Όποιος το προσπάθησε και δεν το κατάφερε ξέρει.
Ο τρίτος, να παριστάνεις τον ομορφάντρα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το σύστημα δίνει τα ρέστα του, γιατί νοιώθει ότι έτσι βρίσκει την εξιλέωσή του.
Πάντως, ως ένας κανονικός άνθρωπος, με το σεις και με το σας, δεν κάνεις τίποτε. Τίποτε!


Ούτε ως ιδιώτης μπόρεσα να τα βγάλω πέρα με τους ομορφάντρες. Όταν η ηχορύπανση από το μπαρ κάτω από το διαμέρισμά μου οδήγησε τη γυναίκα μου να ξεσπιτωθεί με το ενάμιση έτους βρέφος μας, για ένα τρίμηνο, χρειάστηκε να γίνω πολύ κακός για να ασχοληθεί το επίσημο κράτος μαζί μου. Για τα όργανά του, ήμουν κάτι όπως ο χρυσοχόος για τον Μάκη τον περιπτερά, ο καπιταλίστας που κυνηγάει μερικούς νεαρούς, δημιουργικούς entrepreneurs. Δεν έχει νόημα να γράψω περισσότερα. Απλώς, ο μόνος τρόπος για να κερδίσω τους ομορφάντρες ήταν να υιοθετήσω αμείλικτα το αντίθετο στερεότυπο.


Το συμπέρασμά μου από τις συναλλαγές μου με ομορφάντρες; Δώστους λίγο ζωτικό χώρο και θα σου ανέβουν στο κρεβάτι.


Για να πω του στραβού το δίκιο, έφτασα κι εγώ να παριστάνω τον ομορφάντρα στην επαγγελματική μου ζωή. Βρέθηκα σε τεχνικό υπουργείο να συζητάω για δουλειά μου και αντιμετώπισα ανεξήγητη εχθρότητα. Στο τέλος μου λέει η υπάλληλος:
- Νόμισα, πως ήσασταν δικηγόρος. Είστε και τεράστιος.
Έκτοτε, πάει το κοστούμι. Μηχανικός και ομορφάντρας, εγώ.


Στην πραγματική ζωή, στους ομορφάντρες που γνώρισα εγώ, δεν μπορώ να δω ούτε ρομαντικά, ούτε ρεαλιστικά, οποιοδήποτε πρότυπο επιχειρηματικότητας. Άλλωστε, δυστυχώς, οι περισσότεροι είναι ήδη επί ξυρού ακμής. Και δεν τους σώζει ούτε ακόμη και τη μάνα τους και τον πατέρα τους να πουλήσουν.


Στην ανάγκη που τους κάνει ομορφάντρες, βλέπω ένα αναποτελεσματικό και άθλιο κράτος, που κατοπτρίζει την εικόνα μίας κοινωνίας που το θέλει έτσι, γιατί έτσι βολεύεται, μία ανακύκλωση μιζέριας και υποκρισίας.


Αποδέχομαι κι εγώ κι εγώ την ιδεατή μορφή του ομορφάντρα με το «περισσότερη δουλειά», «περισσότερη ευρηματικότητα». Προφανώς, υπάρχουν χιλιάδες βιοπαλαιστές που τα κάνουν και άλλοι που θα αναγκαστούν να τα κάνουν. Οι ομορφάντρες που ξέρω εγώ τα έκαναν όλοι, άλλωστε. Αλλά δεν έφτανε αυτό για να κάνουν τη δουλειά τους. Έπρεπε να έχουν τη συμπεριφορά που περιγράφω. Και το κυριότερο, από την ώρα που έμπαιναν σε αυτό το τριπάκι το «κάνω τη δουλειά μου» σήμαινε γι’ αυτούς και για τους υπόλοιπους ό,τι τους βόλευε. Και σ’ αυτό έβρισκαν παντού συνηγόρους. Γιατί αυτή είναι η Ελλάδα, η Ελλάδα του ομορφάντρα.


Τελικά, το άρθρο που η Χριστίνα έγραψε για να κρατήσει ζωντανή την πένα της αποδείχθηκε χρήσιμο. Το πραγματικό ερώτημα που θέτει δεν είναι ούτε τα γήπεδα, ούτε η διαφήμιση. Ούτε καν αν είμαστε με τον ομορφάντρα ή όχι. Ποιον από όλους, άλλωστε, αφού ο καθένας διαλέγει και παίρνει τον ομορφάντρα που θέλει ή ξέρει; Άλλος τον βλέπει σοβαρά, άλλος σαρκαστικά, άλλος βλέπει τον εαυτό του. Κι ακόμη κι εγώ, πολλούς από τους ομορφάντρες από τους οποίους ηττήθηκα, τους αγαπώ πραγματικά. Τι να κάνουμε; Στα πενήντα μου χρόνια ξέρω ότι δεν μπορώ να έχω τον κόσμο στα μέτρα μου. C’est la vie!
Το μόνο ερώτημα στο οποίο μπορούμε να απαντήσουμε είναι, αυτό που προκύπτει από τον τίτλο του άρθρου: Μας αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα; Και σ’ αυτό θα συμφωνήσω με την αδελφή μου.


Υ.Γ.: Βαρέθηκα τους ομορφάντρες! Ας διακοσμήσω τη σελίδα μου με πραγματικά άσχημες εικόνες. 

        Α, μην ξεχάσω και τη γαλατική μου κουλτούρα. Τους ευχαριστώ που μ' έκαναν να αναστήσω το blog μου.